συναθροίζω

συναθροίζω
ΝΜΑ [αθροίζω]
συγκεντρώνω πρόσωπα, ζώα ή πράγματα στο ίδιο μέρος για τον ίδιο σκοπό (α. «συναθροίζει τα χρήματα σε ένα συρτάρι» β. «συναθροίζειν ἀγέλην», Βάβρ.
γ. «τὸ κάταγμα λαβόντας δεῡρο ξυνάγειν καὶ ξυναθροίζειν εἰς ἕν», Αριστοφ.)
αρχ.
1. συγκεντρώνω στρατιώτες («συναθροίζειν τῶν διεσπαρμένων ὡς ἂν πλείστους δύνηται», Ξεν.)
2. παθ. συναθροίζομαι
(για μεμονωμένο πρόσ.) είμαι συνενωμένος με πλήθος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • συναθροίζω — gather together pres subj act 1st sg συναθροίζω gather together pres ind act 1st sg συναθροΐζω , συναθροίζω gather together pres subj act 1st sg συναθροΐζω , συναθροίζω gather together pres ind act 1st sg συναθροίζω gather together pres subj act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναθροίζω — συναθροίζω, συνάθροισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συναθροίζω — συνάθροισα, συναθροίστηκα, συναθροισμένος, συγκεντρώνω, μαζεύω σε ένα μέρος: Μπροστά στον κίνδυνο συναθροίστηκαν στις εκκλησιές και προσευχήθηκαν. – Στο συναθροισμένο πλήθος μίλησε ο δήμαρχος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συναθροίζεσθε — συναθροίζω gather together pres imperat mp 2nd pl συναθροίζω gather together pres ind mp 2nd pl συναθροΐζεσθε , συναθροίζω gather together pres imperat mp 2nd pl συναθροΐζεσθε , συναθροίζω gather together pres ind mp 2nd pl συνᾱθροίζεσθε ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναθροίσω — συναθροίζω gather together aor subj act 1st sg συναθροίζω gather together fut ind act 1st sg συναθροΐσω , συναθροίζω gather together aor subj act 1st sg συνᾱθροίσω , συναθροίζω gather together aor ind mid 2nd sg (attic doric aeolic) συναθροίζω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναθροιζόμεθα — συναθροίζω gather together pres ind mp 1st pl συναθροϊζόμεθα , συναθροίζω gather together pres ind mp 1st pl συνᾱθροιζόμεθα , συναθροίζω gather together imperf ind mp 1st pl (attic doric aeolic) συναθροίζω gather together pres ind mp 1st pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναθροιζομένων — συναθροίζω gather together pres part mp fem gen pl συναθροίζω gather together pres part mp masc/neut gen pl συναθροϊζομένων , συναθροίζω gather together pres part mp fem gen pl συναθροϊζομένων , συναθροίζω gather together pres part mp masc/neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναθροιζόμενον — συναθροίζω gather together pres part mp masc acc sg συναθροίζω gather together pres part mp neut nom/voc/acc sg συναθροϊζόμενον , συναθροίζω gather together pres part mp masc acc sg συναθροϊζόμενον , συναθροίζω gather together pres part mp neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναθροιζόντων — συναθροίζω gather together pres part act masc/neut gen pl συναθροίζω gather together pres imperat act 3rd pl συναθροϊζόντων , συναθροίζω gather together pres part act masc/neut gen pl συναθροϊζόντων , συναθροίζω gather together pres imperat act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναθροισάντων — συναθροίζω gather together aor part act masc/neut gen pl συναθροίζω gather together aor imperat act 3rd pl συναθροϊσάντων , συναθροίζω gather together aor part act masc/neut gen pl συναθροϊσάντων , συναθροίζω gather together aor imperat act 3rd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”